ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ - Ο ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ


Και Σεις, ως Σας εκοίταξα, είχατε όλοι

Την όψη και τον τρόπο Σας αλλάξει

Καθώς και τώρα. Κι ένας είχε γύρει,

Πως γέρνει ο δισκοβόλοςτο κορμί του

Σα φεύγει ο δίσκος, όλος ν’ ακλουθήσει

Νους και κορμί το νόημα κι άλλος είχε

Στη γη απλωθεί, ως να βύθιζε τα μάτια,

Τις ρίζες νάβρει του Άδη κι είχε ο τρίτος

 Στην όψη του μια φλόγα, ως να συγκράτει

Μ’ αγώνα την ορμή, να ξεκινήσει

Προς την κορφή κι ο τέταρτος κρατούσε

Κλειστά τα μάτια, ως νάρχιζε από τώρα

Ν’ ανασαίνει το Ρόδο, κι η ψυχή του

Σιγά-σιγά από μέσα του λυνόταν.

Κι όλων μαζί μια ζέστη Σας περνούσε

Τις φλέβες μυστικιά, που σταματούσε

Την αναπνιά Σας στα ρουθούνια, κάποιοι

Που τ’ άνοιγαν πλατιά κι είχαν κλεισμένα

Τα χείλη τους σφιχτά. Και ξάφνου εκείνος,

Που ως δισκοβόλος έγερνε να πάρει

Το νόημα, το κεφάλι του τανυώντας

Προς τα πίσω, ως να τίναζε ένα βάρος

Τρανό, μου φώναξε έτσι: «Ορφέα, δόσε

Το Ρόδο και σ’ εμάς και δόστο σ’ όλους,

Τι είν’ η ζωή πικρή απ’ την ώρα τούτη

Που ο ανασασμός του εδιάβη από μπροστά μας

Και δεν απλώθη στην γην όλη. Δόστο

Το Ρόδο στους λαούς, Ορφέα. Τι άγιος

Είναι ο αγώνας του Κρασιού, που, ως λιγοστεύουν

Τα θάρρη της ψυχής, τη σπρώχνει πάλι

Στους ζωντανούς ανήφορους. Μα τώρα

Δος τον αγώνα για το Ρόδο, Ορφέα,

Στους λαούς, για να κινήσουνε όλοι αντάμα

Προς την κορφή, που όλα τα σμίγει σ’ Ένα,

Ψυχή και σώμα, αίμα και πνέμα, εχθρότη

Μ’ αγάπη, τόπους μ’ άλλους τόπους, τάστρα

Με τάστρα, ζωή με θάνατο, τους αιώνες

Με τους αιώνες. Δος στους λαούς το Ρόδο,

Ορφέα!»

Έτσ’ είπε αυτός και μένανε η καρδιά μου

Μώτρεμε πια, και μώτρεμε το χέρι,

Τέτια φωνή ανεπάντεχη ν’ ακούσω

Κι έτσι χλωμός το ματωμένο Ρόδο

Το σήκωσα στο χέρι μου, ρωτώντας:

 

«Και που, παιδιά, το Ρόδο θέτε πρώτα

Να το φυτέψουμε στη γη, που θέτε;»

 

Κι άργιε η απόκριση νάρθει μα αιφνίδια

Αυτός πούχε τα βλέφαρα κλεισμένα,

Ανοίγοντας τα, με φωνή που ερχόταν

Απ’ άλλον κόσμο, κι όμως κύλησε όμοια

Με μια βροντή, αποκρίθη: «Στην Ελλάδα!».

Και τα γκρεμά, οι πλαγιές, τα κορφοβούνια,

Σα στήθη που ανασαίνοντας πλαταίνουν,

Θαρρέψαμε, αντηχήσαν: «Στην Ελλάδα!».

 

Και τότε πια μας τύλιξε ο Παιάνας,

Μας γέμισε ο Παιάνας, μας επήρε

Στα διάπλατα του τα φτερά ο Παιάνας.

 

«Το Ρόδο, όλοι το Ρόδο στην Ελλάδα!»,

 

Φωνάξαμε κι ωρμήσαμε κι ώ, πόσοι

Μας έχουν σμίξει από τότε αγώνες!

Τι να τους λέω;

 

Β’ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ

 

Και αν δεν τους πεις, πιο λίγο

Θα λάμπουνε για τούτο μεσ’ στους αιώνες

Και στην καρδιά μας, Κύριε; Έτσι αλήθεια

Φωνάξαμε, κι ωρμήσαμε και πίσω

Απ’ την ορμή μας ακλουθούσαν πλήθη,

Που εσπάζανε με μιας τις αλυσίδες,

Που οι τύραννοι παντού τους είχαν βάλει,

Στην ψυχή και στα πόδια και στα χέρια,

Και τώρα με της Λύρας Σου το Νόμο

Χορευτικά αρχινούσαν να σαλεύουν

Με το Ρυθμό. Και Σούφερναν μπροστά Σου

Με τα χέρια δετά τους βασιλιάδες

Και Συ τα χέρια λύνοντας τους, μ’ ένα

Χαμόγελο τους έλεγες : «Σηκώστε

Στον ουρανό τα μάτια και κοιτάχτε

Κάθ’ αστέρι φωτάει κι απώναν κόσμο

Να, κόσμοι για κατάχτηση». Κι εκείνοι

Μικροί στη Νύχτα εμπρός και στο δικό Σου

Το Λόγο, ζαλισμένοι από την άπλα

Της λευτεριάς Σου, έσκυβαν το κεφάλι.

Κι έλεες στα πλήθη γύρω: «Φυλαχτήτε

Από του πλούσιου το τραπέζι τι άλλο

Πλατύ τραπέζι από της Γης δεν είναι.

Και μη χωρίστε από τη Γη, θαρρώντας

Ψηλότερα από τούτη να καθήστε

Σε θρόνο δόξας ψεύτικης, το θρόνο

Της Γης σαν έχετε όλο αλλ’ ό,τι βγαίνει

Από τη Γη, στυλώστε το, είτ’ αμπέλι

Είτε δεντρί κι αν γέρνει, δοσετέ του

Και το ίδιο Σας ραβδί να το στεριώσει,

Το ίδιο Σας δόρυ. Έτσι που μια μέρα

Ο Όρθιος Σκοπός να λάμψει απ’ άκρη σ’ άκρη

Της γης, και, απέραντου βασίλειου σκήπτρο,

Το Ρόδο νάχει κάθε λαός στο χέρι!»

Έτσι έλεες και τα πλήθη Σε κοιτάζαν,

Καθώς κοιτάζει αμάλαγη παρθένα

Τον τέλειον άντρα, που άξαφνα μπροστά της

Εστάθη σαν κολώνα κι η καρδιά της

Τη σπρώχνει στο πλευρό του ν’ ακουμπήσει,

Γιατί δεν έχει ξεδιαλύνει ακόμα

Βαθιά της, τι της είναι, αν αδερφός της,

Αν μάνα, ή αν πατέρας, ή αν κρυμμένος

Κάποιος θεός. Παρόμοια και τα πλήθη

Για Σε.

Αλλ’ ως ο Λόγος Σου ξαπλώθη

Στην Ελλάδα κι εσπάσαν οι αλυσίδες,

Που εδώ κι εκεί την είχαν περιδέσει,

Κι ανάσαινε όλη, ως ανασαίνουν κάθε

Πρωί τα γαλάζια βουνοπέλαγά της,

Απ’ το Παγγαίο όσοι είχαμε κινήσει,

Τώρα γοργά τα πλάγια ανηφορώντας

Του Παρνασσού, μια αυγήν εμπήκαμε όλοι

Στον άγιο τόπο, πούχε η Γη Μαντείο

Πανάρχαιο, στους Δελφούς, του κόσμου αφάλι.

Και τότ’ εκεί, τα σκορπισμένα μέλη

Καλώντας της Ελλάδας πρώτα, ως νάρθουν

Σιγά-σιγά τα μέλη όλου του κόσμου

Το παγκόσμο στη γη να δέσουν Ρόδο,

Στο αγνό του το παράδειγμα Δωρίδα,

Ιωνία, Φωκίδα, Βοιωτία, Λοκρίδα,

Την Αρκαδία, την Αργολίδα, όλες

Τις χώριες της φυλές, φωνάζοντάς τις

Μαζί, καθώς ο Απόλλωνας τις Μούσες,

Την ώρα τούτη, κι, ως πληγή, που μόλις

Ανοίχτη κι έμοιαζε πως είναι η βρύση

Της ίδιας μου καρδιάς, τώρα που αρχίζει,

Καθώς μιλάς, να κρυώνει, μου γεμίζει

Πόνο κρυφό τα φρένα μου κι ως μέσα

Στα βάθη της ψυχής!

Μα τι με τούτο;

Απ’ την Αδράστεια θρέφεται ο Προφήτης,

Με την Ανάγκη ζει και την καθάρια

Γεννά Ειμαρμένη. Κι όμως είν’ ο πόνος

Σκληρός, αν άσκοπα τη γη ποτίζει

Το αίμα και το σφάγιο το μεγάλο

Σπαρνά, χωρίς κανένας να του πάρει

Την ύστερη ματιά.

Το ξαίρεις τάχα,

Ποιά μου άνοιξες πληγή; Και γιατί φεύγω,

Παιδιά; Δε με ρωτήσατε; Κι ως τώρα,

Το θάρρος μόνο να μη χάσετε, είπα,

Στο χωρισμό. Μα τώρα ελάτε, ελάτε

Κι ακόμα πιο σιμά, από την πληγή μου

Να πιείτε ν’ αλαφρώσει. Γιατί φεύγω

Να Σας το πω, κι αν φεύγω, γιατί μόνος,

Κι αν δεν ξανάρθω πίσω, τ’ όνομά μου

Γιατί Σας δίνω κι Ορφανούς Σας λέω,

Στη μοναξιά Σας νάστε ανταμωμένοι

Κι Ένα με με για πάντα.

Όχι, δεν είναι

Επιστροφή στα περιεχόμενα   -  |  -   Συνέχεια