"ΚΑΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ" - ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ (Αποσπάσματα)


Μ. Ι Τό μέντοι περί τής μοναρχίας τού μόνου θεού καί τής πολυαρχίας τών σεβομένων θεών διαρρήδην ζητήσωμεν ώς ούκ οίδας ούδέ τής μοναρχίας τόν λόγον άφηγήσασθαι. Μονάρχης γάρ έστιν ούχ ό μόνος ών άλλ' ό μόνος άρχων. Άρχει δ' όμοφύλων δηλαδή ή όμοίων οίον Άδριανός ό βασιλεύς μονάρχης γέγονεν ούχ ότι μόνος ήν ούδ' ότι βοών καί προβάτων ήρχεν ών άρχουσι ποιμένες ή βουκόλοι άλλ' ότι άνθρώπων έβασίλευσε τών όμογενών τήν αύτήν φύσιν έχόντων. Ώσαύτως θεός μονάρχης ούκ άν κυρίως έκλήθη εί μή θεών ήρχε' τούτο γάρ έπρεπε τώ θείω μεγέθει καί τώ ούρανίω πολλώ άξιώματι. 

Μ. Ι Εί γάρ άγγέλους φατέ τώ θεώ παρεστάναι άπαθείς καί άθανάτους καί τήν φύσιν άφθάρτους ούς ήμείς θεούς λέγομεν διά τό πλησίον αύτούς είναι τής θεότητος τί τό άμφισβητούμενον περί τού όνόματος ή μόνον τό διαφοράν ήγείσθαι τής κλήσεως; καί γάρ τήν καλουμένην ύφ' Έλλήνων Άθηνάν Μινέρβαν οί ΄Ρωμαίοι καλούσιν Αίγύπτιοι δέ καί Σύροι καί Θράκες άλλως προσαγορεύουσι καί ού δήπου τή τών όνομάτων διαφορά συσχηματίζεται ή άναιρείται τής τού θεού προσηγορίας. Είτε ούν θεούς είτε άγγέλους τις αύτούς όνομάζει ού πολύ τό διάφορον τής φύσεως αύτών μαρτυρουμένης θείας όπότε γράφει Ματθαίος ούτως' Καί άποκριθείς ό Ίησούς είπε' πλανάσθε μή είδότες τάς γραφάς μηδέ τήν δύναμιν τού θεού' έν γάρ τή άναστάσει ούτε γαμούσιν ούτε γαμίζονται άλλ' είσίν ώς άγγελοι έν τώ ούρανώ. Όμολογουμένου τοίνυν θείας φύσεως τούς άγγέλους μετέχειν οί τό πρέπον σέβας τοίς θεοίς ποιούντες ούκ έν ξύλω ή λίθω ή χαλκώ έξ ού τό βρέτας κατασκευάζεται τόν θεόν είναι νομίζουσιν ούδ' εί τι μέρος άγάλματος άκρωτηριασθείη τής τού θεού δυνάμεως άφαιρείσθαι κρίνουσιν. Υπομνήσεως γάρ ένεκα τά ξόανα καί οί ναοί ύπό τών παλαιών ίδρύθησαν ύπέρ τού τούς φοιτώντας έκείσε σχολήν άγοντας καί τό λοιπόν καθαρεύοντας είς έννοιαν γίνεσθαι τού θεού ή προσιόντας εύχαίς καί ίκεσίαις χρήσθαι αίτούντας παρ' αύτού ών έκαστος χρήζει. Καί γάρ εί τις είκόνα κατασκευάσει φίλου ούκ έν έκείνω δήπουθεν αύτόν νομίζει τόν φίλον είναι ούδέ τά μέλη τού σώματος έκείνου τοίς τής γραφής έγκεκλείσθαι μέρεσιν άλλά τήν είς τόν φίλον τιμήν δι' είκόνος δείκνυσθαι. Τάς δέ προσαγομένας τοίς θεοίς θυσίας ού τοσούτον τιμήν είς αύτούς φέρειν όσον δείγμα είναι τής τών θρησκευόντων προαιρέσεως καί τού μή πρός αύτούς άχαρίστως διακείσθαι. Άνθρωποειδή δέ τών άγαλμάτων είκότως είναι τά σχήματα έπεί τό κάλλιστον τών ζώων άνθρωπος είναι νομίζεται καί είκών θεού. Ένι δ' έξ έτέρου λόγου τούτο κρατύναι τό δόγμα διαβεβαιουμένου δακ τύλους έχειν τόν θεόν οίς γράφει φάσκων' Καί έδωκε τώ Μωσή τάς δύο πλάκας τάς γεγραμμένας τώ δακτύλω τού θεού' άλλά καί οί Χριστιανοί μιμούμενοι τάς κατασκευάς τών ναών μεγίστους οίκους οίκοδομούσιν είς ούς συνιόντες εύχονται καίτοι μηδενός κωλύοντος έν ταίς οίκίαις τούτο πράττειν τού κυρίου δηλονότι πανταχόθεν άκούοντος. 

Μ. Ι Εί δέ καί τις τών Έλλήνων ούτω κούφος τήν γνώμην ώς έν τοίς άγάλμασιν ένδον οίκείν νομίζειν τούς θεούς πολλώ καθαρώτερον είχε τήν έννοιαν τού πιστεύοντος ότι είς τήν γαστέρα Μαρίας τής παρθένου είσέδυ τό θείον έμβρυόν τε έγένετο καί τεχθέν έσπαργανώθη μεστόν αίματος χορίου καί χολής καί τών έτι πολλώ τούτων άτοπωτέρων. 

Μ. Ι Έχοιμι άν σοι καί άπό τού νόμου δείξαι τό τών θεών πολύσεπτον όνομα έν τώ βοάν καί μετά πολλής αίδούς νουθετείν τόν άκούοντα' Θεούς ού κακολογήσεις καί άρχοντα τού λαού σου ούκ έρείς κακώς. Ού γάρ άλλους παρά τούς ήμίν νομιζομένους ώδε θεούς λέγει έξ ών ίσμεν έν τώ' Ού πορεύση όπίσω θεών καί πάλιν' Έάν πορευθήτε καί λατρεύσητε θεοίς έτέροις. Ότι γάρ ούκ άνθρώπους άλλά θεούς καί τούς ύφ' ήμών δοξαζομένους λέγει ού μόνον Μωσής άλλά καί Ίησούς ό διάδοχος αύτού φησιν τώ λαώ' Καί νύν φοβήθητε αύτόν καί λατρεύσατε αύτώ μόνω καί περιέλεσθε τούς θεούς οίς έλάτρευσαν οί πατέρες ύμών καί Παύλος δέ ού περί άνθρώπων άλλά περί τών άσωμάτων φησίν' Είπερ είσίν οί λεγόμενοι θεοί πολλοί καί κύριοι πολλοί είτε έπί γής είτε έν ούρανώ άλλ' ήμίν είς θεός καί πατήρ έξ ού τά πάντα. Διό πάνυ σφάλλεσθε νομίζοντες χαλεπαίνειν τόν θεόν εί τις καί άλλος κληθείη θεός καί τής αύτού προσηγορίας τυγχάνοι όπότε καί άρχοντες ύπηκόοις καί δούλοις δεσπόται τής όμωνυμίας ού φθονούσιν' ού θεμιτόν γούν μικροψυχότερον άνθρώπων τόν θεόν είναι νομίζειν. Καί περί μέν τού είναι θεούς καί δείν τιμάσθαι τούτους άλις. 

Ε. π. . Αύτός ό καθ' ήμάς τών δαιμόνων προήγορος έν τή καθ' ήμών συσκευή τούτόν που λέγων μαρτυρεί τόν τρόπον' 

Νυνί δέ θαυμάζουσιν εί τοσούτων έτών κατείληφε τήν πόλιν ή νόσος Άσκληπιού μέν έπιδημίας καί τών άλλων θεών μηκέτ' ούσης' Ίησού γάρ τιμωμένου ούδεμιάς τις θεών δημοσίας ώφελείας ήσθετο. Μ ς. ζ. . Οίονταί τινες καί τόν θεόν πρός τό τής οίκείας διαθέσεως μέτρον ίσάζοντες αύτόν τά αύτά τοίς φαύλοις ή έπαινετέα ή ψεκτέα ήγείσθαι ώσπερ κανόνι καί μέτρω χρώμενον ταίς δόξαις τών άνθρώπων ού συννοήσαντες διά τήν ούσαν έν αύτοίς άγνοιαν ότι πάσα δήπουθεν ή κτίσις ένδεής έστι τού κάλλους τού θεού. (β ς. .) 

Τί ώφέλησεν ήμάς ό υίός τού θεού σαρκωθείς έπί γής καί γενόμενος άνθρωπος; καί διά τί τώ τού σταυρού σχήματι ήνέσχετο παθείν καί ούκ άλλη τινί τιμωρία; καί τί τό χρήσιμον τού σταυρού; 

Πώς ό τού θεού υίός ό Χριστός έν βραχεί τε καί περιωρισμένω χρόνω διαστολαίς σώματι έκεχώρητο; καί πώς άπαθής ών έγένετο ύπό πάθους; 

τ. ε. . (Μ τ. ξ. ) Ώστε διαπέπτωκε τού Έλληνος Πορφυρίου τό σόφισμα' έκείνος γάρ άνατρέπειν πειρώμενος τό εύαγγέλιον τοιαύταις έχρήτο διαιρέσεσιν' Εί γάρ λόγος φησίν ό υίός τού θεού ήτοι προφορικός έστιν ή ένδιάθετος' άλλά μήν ούτε τούτο ούτε έκείνο' ούκ άρα ούδέ λόγος έστίν. 

Μ. Ι Άλλο δέ τούτου πράγμα πολύ λογιώτερονκατ' άντίφρασιν λέγωθέμις διασκοπήσαι' Ού χρείαν έχουσιν οί ύγιαίνοντες ίατρού άλλ' οί κακώς έχοντες. Περί δέ τής οίκείας έπιδημίας ό Χριστός ταύτ' έρραψώδει τοίς όχλοις. Εί γούν διά τούς κάμνοντας ώς αύτός λέγει ταίς άμαρτίαις έπέστη άρ' 

Άποδέδεικται άρα τών συμφώνων έκαστον έν τίσι λόγοις έχει τούς περιέχοντας φθόγγους πρός άλλήλους. 

Λοιπόν δή περί τού τονιαίου διαστήματος διελθείν ότι έστίν έπόγδοον. Έμάθομεν γάρ ότι έάν άπό ήμιολίου διαστήματος έπίτριτον διάστημα άφαιρεθή τό λοιπόν καταλείπεται έπόγδοον. Έάν δ' άπό τού διά πέντε τό διά τεσσάρων άφαιρεθή τό λοιπόν τονιαίόν έστι διάστημα' τό γάρ τονιαίον διάστημά έστιν έπόγδοον. 

Τό δέ διά πασών έλαττόν έστιν ή έξ τόνων. Δέδεικται γάρ τό μέν διά πασών διπλάσιον ό δέ τόνος έπόγδοος' τά δ' έξ έπόγδοα διαστήματα μείζονα διαστήματός έστι διπλασίου. Τό άρα διά πασών έλαττον ή έξ τόνων. 

Τό δέ διά τεσσάρων έλαττον δύο τόνων καί ήμιτονίου καί τό διά πέντε έλαττον τριών τόνων καί ήμιτονίου. Έστω γάρ νήτη μέν διεζευγμένων ό β παραμέση δέ ό Γ μέση δέ ό Δ ύπάτη δέ (μέσων) ό Ζ. Ούκούν τό μέν ΓΔ διάστημα τόνος τό δέ βΖ διά πασών όν έλαττον έξ τόνων. Τά δέ λοιπά άρα τό τε βΓ καί τό ΔΖ ίσα όντα έλαττον δύο τόνων καί ήμιτονίου ό έστι διά τεσσάρων' τό δέ βΔ έλαττον τριών τόνων καί ήμιτονίου ό έστι διά πέντε. 

Ό τόνος ού διαιρεθήσεται είς δύο ίσα ούτε είς πλείω. Έδείχθη γάρ ών έπιμόριος' έπιμορίου δέ διαστήματος (μέσοι) ούτε πλείους ούτε είς άνάλογον έμπίπτουσιν. Ούκ άρα διαιρεθήσεται είς ίσα. 

Δέδεικται μέν ούν καί έκάστη τών προκειμένων προτάσεων. Άρξώμεθα δέ καί τού έξής κεφαλαίου σαφηνίζοντες τήν τού Πτολεμαίου φω νήν άνατρέπειν βουλομένου τήν αίρεσιν τών Πυθαγορείων. Τό δέ κεφάλαιόν έστι τούτο. 

{.} {<Τοιαύτης δή τυγχανούσης έως τού καταλαμβανομένοις.>} 

Ό λέγει τοιούτόν έστιν. Οί ποιούντες τήν διά πασών συμφωνίαν φθόγγοι οίον ύπάτη μέσων καί νήτη διεζευγμένων άδιαφορούσι κατά τήν δύναμιν ένός φθόγγου' όντων γάρ έναντίων δύναμίς έστιν ή αύτή καί ούτως γ' άμφοίν ώς ένός. Τούτο γάρ έστι τό δύο άδιαφορείν ένός κατά δύναμιν όταν έκ δυείν άποδέδωται δύναμις ώσπερ άπό τού ένός. Διό καί άντίφωνοι οί φθόγγοι λέγονται ώς άντίθεος ό ίσόθεος καί άντιάνειραι αί άμάζονες αί τή δυνάμει άνδράσιν ίσούμεναι καίτοι ούσαι γυναίκες. Έλεγον δ' οί περί τόν <Άρχύταν> ένός φθόγγου γίνεσθαι κατά τάς συμφωνίας τήν άντίληψιν τή άκοή. 

Καί συνεχώρει τούτο καί <Διονύσιοσ> έπί τοίς διά πασών κατά δύναμιν ένός φθόγγου άδιαφορούσιν όταν άλλη τινί τών συμφωνιών προσληφθώσιν ώς είς συνάπτεται. Όποίω γάρ άν συναφθή τό σύμφωνον φθόγγω είτε τή νήτη είτε τή ύπάτη ώς ένί καί τώ αύτώ συνάπτεται. Διό καί άπαράτρεπτον τηρεί τό (τήσ) συναφθείσης συμφωνίας είδος καί γίνεται τό συμβαίνον οίον έπί τών άριθμών. Οί γάρ έντός τής δεκάδος συντεθειμένοι μέν άλλήλοις μεταβάλλουσι τό είδος τή δεκάδι δέ προσαφθέντες τηρούσιν άπαράτρεπτον. Δύο μέν γάρ καί τρία πέντε' δύο δέ καί δέκα όμοίως δέκα καί δύο' καί εί πάλιν μένει τό είδος δεκάδος' ού γάρ παρ' όσον τή δεκάδι προστίθεται έκβιβάζεται' παρ' όσον δ' άλλω τινι παρά τήν δεκάδα' δεκάδος ούν πάλιν προστεθείσης όμοιον τών έντός τής δεκάδος μένει τό είδος' είκοσι γάρ δύο πάλιν τά αύτά. 

Τόν αύτόν ούν τρόπον φησί τή διά πασών συμφωνία πεπονθέναι' έπεί γάρ οί φθόγγοι οί άποτελούντες αύτήν άδιαφορούσιν ένός κατά δύναμιν καί έοικεν αύτη ή συμφωνία δεκάδι ώσπερ καθ' αύτάς αί συμφωνίαι ού παρατρέπονται τού οίκείου είδους ούτως ούδέ σύν τή διά πασών. Όταν ούν τή νήτη τών διεζευγμένων συναφθέν τετράχορδον τό ύπερβολααί διαμένων έπί τής ταυτότητος άεί; εί μή τί γε τις έκ διαβολής τόν ούρανόν άξιον είναι κρίσεως ΄ρητορεύσει τώ κτίσαντι ώς τόν κριτήν άνασχόμενον κατ' αύτού τινα τερατεύεσθαι ούτω θαυμαστού ούτω μεγάλου. 

Μ. Ι Καί έκείνο δ' αύθις λέγει ό καί άσεβείας μεστόν ύπάρχει τό ΄ρήμα φάσκον' Καί τακήσεται πάσα δύναμις ούρανού καί έλιχθήσεται ό ούρανός ώς βιβλίον' καί πάντα τά άστρα πεσείται ώς φύλλα έξ άμπέλου καί ώς πίπτει φύλλα άπό συκής. Άπό τερατώδους καί τούτο ψευδολογίας καί ύπερφυούς άλαζονείας κεκόμπασται τό' Ό ούρανός καί ή γή παρελεύσεται οί δέ λόγοι μου ού μή παρέλθωσι. Ποίος γάρ τις άν είποι τού Ίησού τούς λόγους στήσεσθαι είπερ ούρανός καί γή μηκέτ' είεν; άλλως τε εί τούτο πράξειεν ό Χριστός καί κατάξειε τόν ούρανόν τούς άσεβεστάτους τών άνθρώπων μιμήσεται οί τά έαυτών διαφθείρουσιν' ότι γάρ ούρανού καί γής πατήρ έστιν ό θεός ύπό τού υίού ώμολόγηται Πάτερ κύριε τού ούρανού καί τής γής λέγοντος' Ίωάννης δέ ό βαπτίστης μεγεθύνει τόν ούρανόν καί έξ αύτού λέγει τά θεία χαρίσματα πέμπεσθαι λέγων' Ούδείς δύναται ποιείν ούδέν έάν μή ή δεδομένον αύτώ έκ τού ούρανού καί οί προφήται δέ άγιον τού θεού οίκητήριον λέγουσιν ύπάρχειν τόν ούρανόν έν τώ' Έπιδε έκ κατοικητηρίου άγίου (σου) καί εύλόγησον τόν λαόν σου τόν Ίσραήλ. Εί γε ό τοσούτος καί τηλικούτος έν μαρτυρίαις ούρανός παρελεύσεται τίς έσται καθέδρα λοιπόν τού δεσπόζοντος; εί δέ καί τό τής γής στοιχείον άπόλλυται τί τό ύποπόδιον έσται τού καθημένου λέγοντος αύτού' Ό ούρανός μοι θρόνος ή δέ γή ύποπόδιον τών ποδών μου; καί περί μέν τού παρελθείν τόν ούρανόν καί τήν γήν ώδε. 

Ν δ . . Διά ταύτην τήν άποκατάστασιν φασί τινες τούς Χριστιανούς τήν άνάστασιν φαντάζεσθαι πολύ πλανηθέντες' είς άπαξ γάρ τά τής άναστάσεως καί ού κατά περίοδον έσεσθαι τά τού Χριστού δοξάζει λόγια. Θ χι χ γ ξ (ο ξ. Α. () Σ. ; Η τ . Υ. β. Χχι () ς. .) Εί φθείρεται τό γινόμενον παρά τού θεού τίνος κακία φθείρεται τού ποιήσαντος ή τού γεγονότος ή τινος έξωθεν ύπεναντίου γινομένου τώ ποιήσαντι; ό τι δ' άν αύτών ύποθώμεθα δήλον ότι τού ποιήσαντος ή κακία. Είτε γάρ τό γεγονός διά τινα έμφυτον έαυτού κακίαν όφείλει φθαρήναι ό ποιήσας αίτιος ότι τοιούτον αύτό έποίησεν ώστε ύπολιμπάνεσθαι έν αύτώ κακόν τι. Είτε έξωθέν έστί τι ύπεναντίον τώ ποιήσαντι καί ούτως κακία τού πεποιηκότος διά τό μή δύνασθαι κατακρατείν τών έναντίων' είτε έκ τού ποιήσαντος ή κακία πρόδηλον ώς αύτός ό κακός. 

Εί δεί φησί σώους άνίστασθαι τούς τετελευτηκότας πώς εί συμβαίη άνθρωπον άποθανείν είς θάλατταν είτα βρωθέντα τούτον ύπό ίχθύων αύθις ύπό άλλων άνθρώπων καταβρωθήναι διά μέσων τών ίχθύων πώς άν άναλάβοι τάς σάρκας τάς είς άλλους άνθρώπους άναδαπανηθείσας; ή γάρ τούτον άνάγκη παρά τάς σάρκας άναστήναι άς έφαγον οί άλλοι άνθρωποι διά μέσων τών ίχθύων καθώς πολλάκις είρηται ή έκείνους μέλη τών έαυτών σαρκών άπαιτουμένους άποθέσθαι καί έλλιπείς γενέσθαι ίνα άποπληρώσωσι τό έλλείπον τών ύπ' αύτών άδίκως καταβρωθέντων. 

Μ. Ι Περί δέ τής άναστάσεως τών νεκρών αύθις άφηγητέον. Τίνος γάρ ένεκεν τούτο ποιήσειεν ό θεός καί τήν μέχρι νύν τών γενομένων διαδοχήν δι' ών (ήσ) ώρισε τά γένη σώζεσθαι καί μή διαλείπειν άναλύσειε προχείρως ούτως έξ άρχής νομοθετήσας καί διατυπώσας; τά δ' άπαξ δόξαντα τώ θεώ καί τοσούτω φυλαχθέντα αίώνι αίώνια αύτά προσήκει είναι καί μήτε καταγινώσκεσθαι ύπό τού δημιουργήσαντος μήτε διαφθείρεσθαι ώς ύπό τινος άνθρώπου γενόμενα καί θνητά ύπό θνητού κατεσκευασμένα. Όθεν άλογον εί τού παντός φθαρέντος άκολουθήσει ή άνάστασις εί τόν πρό τριών (έτών) εί τύχοι τής άναστάσεως τελευτήσαντα άναστήσει (καί) σύν αύτώ Πρίαμον καί Νέστορα τούς πρό χιλίων έτών άποθανόντας καί άλλους πρό έκείνων άπό τής άνθρωπείας γενέσεως. Εί δέ κάκείνό τις έθέλοι κατανοείν εύρήσει μεστόν άβελτηρίας πράγμα τό τής άναστάσεως' πολλοί γάρ έν θαλάττη πολλάκις άπώλοντο καί ύπό ίχθύων άνηλώθη τά σώματα πολλοί δ' ύπό θηρίων καί όρνέων έβρώθησαν' πώς ούν τά σώματα αύτών έπανελθείν οίόν τε; φέρε γάρ τό λεχθέν λεπτώς βασανίσωμεν' οίον έναυάγησέ τις είτα τρίγλαι τού σώματος έγεύσαντο είθ' άλιεύσαντές τινες καί φαγόντες έσφάγησαν καί ύπό κυνών έβρώθησαν τούς κύνας άποθανόντας κόρακες παμμελεί καί γύπες έθοινήσαντο' πώς ούν συναχθήσεται τό σώμα τού ναυαγήσαντος διά τοσούτων έξαναλωθέν ζώων; καί δή άλλο πάλιν ύπό πυρός άναλωθέν καί έτερον είς σκώληκας λήξαν πώς οίόν τε είς τήν έξ άρχής έπανελθείν ύπόστασιν; άλλ' έρείς μοι ότι τούτο τώ θεώ δυνατόν όπερ ούκ άληθές. Ού γάρ πάντα δύναται' άμέλει ού δύναται ποιήσαι μή γεγενήσθαι ποιητήν τόν Όμηρον ούδέ τό Ίλιον μή άλώναι' ού μήν ούδέ τά δύο διπλασιαζόμενα τέτταρα όντα τώ άριθμώ. Άριθμείσθαι ποιήσειεν ε κάν αύτώ δοκή τούτο. Άλλ' ούδέ κακός ό θεός εί καί θέλει δύναται γενέσθαι ποτέ άλλ' ούδέ άγαθός ών τήν φύσιν άμαρτήσαι δύναιτ' άν' εί ούν άμαρτάνειν ούκ έστιν οίός τε ούδέ κακός γενέσθαι τούτο ού δι' άσθένειαν τώ θεώ συμβαίνει' οί γάρ έχοντες έκ φύσεως παρασκευήν καί έπιτηδειότητα πρός τι είτα κωλυόμενοι τούτο ποιείν ύπό άσθενείας δηλαδή κωλύονται' ό δέ θεός άγαθός είναι πέφυκε καί ού κωλύεται κακός είναι' όμως καί μή κωλυόμενος γενέσθαι κακός άδυνατεί. Σκέψασθε δέ κάκείνο πηλίκον έστίν άλογον εί ό δημιουργός τόν μέν ούρανόν ού μηδέν τις έπενόησε κάλλος θεσπεσιώτερον περιόψεται τηκόμενον καί άστρα πίπτοντα καί γήν άπολλυμένην τά δέ σεσηπότα καί διεφθαρμένα τών άνθρώπων άναστήσει σώματα σπουδαίων ένια καί άλλα πρό τού άποθανείν άτερπή καί άσύμμετρα καί άηδεστάτην όψιν έχοντα. Εί δέ καί ΄ράδιον άναστήσαι δύναται σύν κόσμω πρέποντι άδύνατον χωρήσαι τήν γήν τούς άπό γενέσεως τού κόσμου τελευτήσαντας εί άνασταίεν. 

Μ. Ιιι βλέπε δ' όμοιον τούτω ΄ρητόν καί άκόλουθον' Έάν έχητε πίστιν ώς κόκκον σινάπεως άμήν λέγω ύμίν έρείτε τώ όρει τούτω' άρθητι καί βλήθητι είς τήν θάλασσαν καί ούδέν άδυνατήσει ύμίν. Δήλον τοίνυν ώς ό μή δυνάμενος έκ προστάγματος όρος άποκινήσαι ούκ έστιν άξιος τής τών Πιστών νομίζεσθαι φρατρίας. Όθεν έλέγχεσθε φανερώς ότι μή όπως τό λοιπόν μέρος τών Χριστιανών τοίς Πιστοίς έναριθμείται άλλά μηδέ τών έπισκόπων ή πρεσβυτέρων τις τούτου (τού) προσρήματός έστιν άξιος. 

Μ. Ιιι Σκέψαι δέ κάκείνο λεπτώς τό κεφάλαιον ένθα φησί' Τοίς δέ πιστεύσασιν έπακολουθήσει σημεία τοιάδε' έπί άρρώστους χείρας έπιθήσουσι καί καλώς έξουσι' κάν θανάσιμον φάρμακον πίωσιν ού μή αύτούς βλάψει. Έχρήν γούν τούς έκκρίτους τής ίερωσύνης καί μάλιστα τούς άντιποιουμένους τής έπισκοπής ήτοι προεδρίας τούτω χρήσασθαι τώ τής κρίσεως τρόπω καί προκείσθαι τό θανάσιμον φάρμακον ίνα ό μή βλαβείς έκ τής φαρμακοποσίας τών άλλων προκριθείη' εί δ' ού θαρρούσι τοιούτον παραδέξασθαι τρόπον όμολογείν αύτούς ώς ού πιστεύουσι τοίς ύπό Ίησού. Εί γάρ τής πίστεως ίδιον νικήσαι φαρμάκου κακίαν καί νοσούντος άλγηδόνα καταβαλείν ό πιστεύων καί μή ποιών ταύτα ή γνησίως ού πεπίστευκεν ή πιστεύων γνησίως ού δυνατόν άλλ' άσθενές έχει τό πιστευόμενον.
Επιστροφή στα περιεχόμενα